ἀδάμας

ἀδάμας, -αντος
Grammatical information: m.
Meaning: a strong metal, `steel' (Hes.); `diamond' (Thphr.).
Other forms: PN Άδάμας Hom.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Often derived from δάμνημι as `indomitable', like the PN (for the formation cf. ἀκάμας and Chantr. Form. 269). But this is semantically rather strange. Rather a loanword that was adapted through folk etymology. Troxles Sprach u. Wortschatz Hesiods 19-21. Barb Hommages M. Renard I 1969, 66-82: Semitic, Acc αδιαν adamu. Lubotsky refers to Phryg. ατεαμα `stone'. - On E. diamond, Fr. aimant - through Lat. adimas - see EM s.v. adamas.
Page in Frisk: 1,19

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αδάμας — Μεγάλος παράλιος οικισμός (υψόμ. 10 μ., 1.391 κάτ.) της Μήλου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μήλου του νομού Κυκλάδων. * * * ( αντος), ο (Α ἀδάμας) κρυσταλλικός πολύτιμος λίθος με μεγάλη σκληρότητα και λάμψη (αλλιώς διαμάντι, διαμαντόπετρα)… …   Dictionary of Greek

  • Αδάμας — Sp Adãmas Ap Αδάμας/Adamas L Kikladų ss. (Milo s.), Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Ἀδάμας — Ἀδάμᾱς , Ἀδάμας masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδάμας — ἀδάμᾱς , ἀδάμας unconquerable masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αδάμας — ο αντος, βλ. διαμάντι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀδάμαντα — ἀδάμας unconquerable neut nom/voc/acc pl ἀδάμας unconquerable masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • АДАМАНТ —    • Άδάμας,          adamas (неодолимый), упоминаемый впервые у Гесиода мифический металл сталь, которая по своей твердости служила будто бы материалом для различных орудий, употреблявшихся богами, напр. для серпа Крона (Hesiod. theog. 161), для …   Реальный словарь классических древностей

  • Ἀδάμα — Ἀδάμας masc voc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀδάμαν — Ἀδάμας masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀδάμαντα — Ἀδάμας masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀδάμαντας — Ἀδάμας masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.